Μιχάλης Dodson Σιφναίος

Η καρδιά του αρχιτέκτονα

Πρόσωπα | Κείμενο / Συνέντευξη: Μελίνα Σπαθάρη | 13/07/2016


«Δεν πιστεύω στο στάτους που μπορεί να σου δίνουν οι σπουδές, το όνομα ή η δουλειά σου. Δεν πιστεύω στο στάτους γενικά. Η αξία σου είναι η δουλειά σου κι αυτή αποδεικνύεται και επαναξιολογείται με κάθε πρότζεκτ που αναλαμβάνεις»

Λένε ότι το κολιμπρί, αυτό το τόσο μικρό πουλί, κατορθώνει να αλλάζει ήπειρο πετώντας και όχι μόνο να βρίσκει τα παλιά του λημέρια, αλλά ακόμη και το θάμνο που του πρόσφερε γλυκιά τροφή. Οι σολομοί ανεβαίνουν ποτάμια για να γυρίσουν στον τόπο τους, οδηγημένοι από διάφορους τροπισμούς, από τον τρόπο που πέφτει το φως και οι σκιές των δέντρων στα νερά. Οι γόνοι οι ίδιοι, για να ξεπεράσουν τις φυσικές συνθήκες, ενώνονται σε ένα πελώριο “καλώδιο’ και ταξιδεύουν έτσι και συγχρόνως μεγαλώνουν, πηγαίνοντας να βρουν το ρέμα των γονιών τους. “Μας τραβάει ο τόπος μας, αυτή είναι η κυβερνητική της φύσης, ένα τρικ της επιβίωσης”, έλεγε κάποτε σε μια συνέντευξή του ο αρχιτέκτονας, Αριστομένης Προβελέγγιος. Κι αυτά θυμόμουν καθώς έφτιαχνα στο μυαλό μου τις ερωτήσεις που θα έκανα σε έναν άλλο αρχιτέκτονα, σύγχρονο και συμπατριώτη μου, τον Μιχάλη Dodson-Σιφναίο που αν και γεννήθηκε και διέπρεψε στη Νέα Υόρκη, κάποτε τα παράτησε όλα και ήρθε να εγκατασταθεί στη Λέσβο, ακολουθώντας ίσως την “οσμή” των παιδικών του αναμνήσεων, με την ίδια ταχύτητα και ευθύτητα που και η μνήμη του συγγραφέα Προυστ μεταφερόταν “εξπρές” στη χώρα των παιδικών του αναμνήσεων κάθε φορά που δάγκωνε ένα κουλουράκι-μανταλένα.

Τι θυμάσαι από τα χρόνια εκείνα; Πώς ήταν να μεγαλώνει ένα παιδί στη Νέα Υόρκη του ‘70;

Δεν είχε καμία σχέση μ’ αυτό που βλέπεις τώρα στη Νέα Υόρκη, λάμψη, τάξη, καθαριότητα. Ήταν άγρια πόλη, η ζωή ήταν σκληρή, οι γειτονιές σε αναβρασμό, το έγκλημα σε κάθε γωνιά. Περνούσε ο χειμώνας σαν σε ασπρόμαυρο φιλμ, ίσα που τολμούσαμε να ξεμυτίσουμε από τα διαμερίσματά μας τα παιδιά. Και περιμέναμε τη στιγμή που θα γινόταν καλοκαίρι και θα ερχόμασταν στη Μυτιλήνη και η ζωή για τρεις μήνες θα γινόταν ξανά χρωματιστή.

Πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να φτιάχνει πρώτη φορά κάτι αρχιτεκτονικό;

Μάλλον αποφάσισα πολύ μικρός, χωρίς να το καταλάβω, ότι θα γινόμουν αρχιτέκτονας. Ζούσα σε δύο περιβάλλοντα -το αμερικανικό και το μυτιληνιό- κι έβλεπα πως υπάρχει τρόπος να επεμβαίνεις στο χώρο σου και να το βελτιώνεις. Θα πρέπει να ήμουν επτά χρόνων όταν σχεδίασα έναν κεντρικό όγκο με μακρινούς διαδρόμους που τέλειωναν σε μικρά δωμάτια, αίθουσες και χολ. Ήταν μια πρόταση για ένα σπίτι όπου κάθε παιδί έχει το δικό του δωμάτιο, ένα σπίτι με πολλούς χώρους, ένα για τον καθένα κάτοικό του, με τα δωμάτια όσο το δυνατόν πιο μακριά το ένα από το άλλο, κάτι που τελικά μπέρδεψε τους μεγάλους και τους έκανε να νομίσουν ότι πρόκειται για αεροδρόμιο. Ήμουν, βλέπεις, από μικρός επαναστατικός σχεδιαστής!”

Ως εφηβος, σου έλειπαν πράγματα στη Μυτιλήνη; ήθελες να την αλλάξεις;

Όχι. Η Μυτιλήνη ήταν τότε τέλεια για ένα παιδί που ήταν σε διακοπές.

Σήμερα, πόσο αμερικανός και πόσο μυτιληνιός αισθάνεσαι; Πώς είναι να “κουβαλάς” δύο επίθετα, ένα ξένο κι ένα ελληνικό;

Δεν ταυτίζομαι με τις εθνικότητες. Είσαι το άθροισμα όλων των “πολιτισμών” που βίωσες και προσέλαβες. Αντιλαμβάνεσαι πως είναι δυνατόν να σε συνδέουν άλλα πράγματα πέρα από την εθνικότητα με το μεγαλύτερο -τουλάχιστον- ποσοστό των συμπατριωτών σου, πράγματα που έχουν πιο ουσιαστική σημασία. Τώρα, τα ονόματά μου είναι άλλη ιστορία, αποτέλεσμα μιας ευτράπελης γραφειοκρατίας που συνάντησα στην Ελλάδα, όταν έβγαζα την ελληνική υπηκοότητα και από λάθος έμπλεξα σε ατέρμονες νομικές διαδικασίες. Τελικά ακολούθησα μια πολύ πρακτική συμβουλή και κράτησα και τα δύο ονόματα.

Τι σε έκανε να αφήσεις μια ζωή στην Αμερική και ένα ελεύθερο επάγγελμα και να εγκατασταθείς στη Μυτιλήνη;

Έχοντας τελειώσει το Πανεπιστήμιο νωρίς κι αρχίσει να δουλεύω από τα 22, ήρθε κάποια στιγμή, μετά από πάνω από 20 χρόνια εργασίας, που ένιωσα την ανάγκη να πάρω λίγο χρόνο με τον εαυτό μου και να δω τη ζωή μου σε προοπτική. Πούλησα ένα διαμέρισμα στη Νέα Υόρκη, η αξία του οποίου με την άνοδο των τιμών είχε αυξηθεί σημαντικά, και ήρθα με στόχο να μείνω λίγο για να δω πώς λειτουργούν τα πράγματα. Ήταν για μένα μια μεγάλη ευκαιρία και αποφάσισα να χρησιμοποιήσω τα χρήματα αυτά σε κάτι που θα μου έδινε ελευθερία και περιπέτεια. Πολύ γρήγορα έγινα συμμέτοχος σε μια μεγάλη δουλειά, σε συνεργασία με ένα πολύ καλό γραφείο στη Θεσσαλονίκη -την επίβλεψη της ανακατασκευής του Attica Stores στην Πανεπιστημίου. Έτσι, σιγά σιγά οι τέσσερις μήνες που είχα προβλέψει αρχικά, έγιναν 9 χρόνια.

Υπέφερες από κάποιο είδος πολιτισμικού σοκ στην αρχή;

Σε ό,τι αφορά στον τρόπο δουλειάς, σίγουρα. Όταν άρχισα να αναλαμβάνω δουλειές στην Ελλάδα, ένιωθα ότι έπρεπε να προσαρμοστώ στον ντόπιο τρόπο δουλειάς. Νόμιζα πως δεν έχω άλλη επιλογή προκειμένου να γίνω αποδεκτός. Έκανα λάθος. Σιγά σιγά άλλαξα, άρχισα να επιβάλω δικά μου στάνταρντς με αποτέλεσμα τα πράγματα να λειτουργούν καλύτερα. Στην αρχή με μισούσαν όλοι, στην πορεία όμως αντιλαμβάνονταν ότι μόνο κερδισμένοι μπορούν να βγουν από την αναβάθμιση της επαγγελματικής προσέγγισης. Παρόλα αυτά υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να συναγωνιστούν σε work ethics και ικανότητα και τους καλύτερους επαγγελματίες της Νέας Υόρκης, κι αυτοί συνήθως είναι που μακροπρόθεσμα ανταμείβονται για την καλή τους δουλειά, κερδίζουν εμπιστοσύνη και σεβασμό και καθιερώνονται στο επάγγελμά τους.

Τι ψάχνεις στη Μυτιλήνη, ποιες γωνιές της σε κάνουν να σταθείς;

Συνολικά, μου αρέσει στο νησί η ποικιλομορφία του τοπίου και τα χωριά που σε μεγάλο βαθμό έχουν διασώσει το χαρακτήρα τους. Επίσης, η ίδια η πόλη, από άποψη και μόνο γεωγραφική, με τα δύο λιμάνια της και το κάστρο που δεσπόζει αμφιθεατρικά. Είμαι άνθρωπος της πόλης και παρότι η απόσταση Σουράδας-κέντρου είναι μικρή, μου στοιχίζει που ζω στις παρυφές και όχι στην καρδιά, εκεί που χτυπά ο παλμός της πόλης. Μου αρέσει να σπάω την απομόνωση του σπιτιού και να κατεβαίνω στο λιμάνι για να δουλέψω στο λάπτοπ σε ένα από τα αγαπημένα μου καφέ. Συνήθως πηγαίνω στο Μουσικό Καφενείο για καφέ ή σπιτική λεμονάδα. Αν έβγαζα μια καρτ ποστάλ δεν θα επέλεγα κάποιο από τα στάνταρ τοπία ή μνημεία της πόλης, θα προτιμούσα τους δρόμους, τα σοκάκια, ακόμη και τις πυκνοκατοικημένες γειτονιές. Μου αρέσουν οι περίπατοι στη Μυτιλήνη, από την Κουλμπάρα και το Κιόσκι ως την Επάνω Σκάλα και πιο νότια, ακόμη κι εκεί που η πόλη επεκτείνεται ανοργάνωτα ως τη Χρυσομαλλούσα. Θεωρώ ότι έχουν εξαιρετικό ενδιαφέρον αυτές οι βόλτες, και σε ανταμοίβουν πάντα για τον ποδαρόδρομο.

Πώς βλέπεις τη Μυτιλήνη σήμερα, στην εποχή της κρίσης και του μαρασμού της δημόσιας ζωής;

Ως αρχιτέκτων, αναπόφευκτα το πρώτο πράγμα που χτυπά στο μάτι μου είναι ο κακός σχεδιασμός των περισσότερων κτιρίων που έχουν κτιστεί τα τελευταία είκοσι χρόνια. Ωστόσο, η μεγαλύτερη ζημιά έχει γίνει στο σχεδιασμό της πόλης γενικά. Ο αντίκτυπος των άσχημων σπιτιών είναι πολύ μικρότερος σε σύγκριση με την καταστροφή που επέφερε η εξάπλωση της πόλης στα προάστια και όλα όσα σχετίζονται μ’ αυτήν. Η Μυτιλήνη κάποτε ήταν μια μικρή πόλη με ξεκάθαρα όρια. Τα γύρω χωριά σε κάποιο βαθμό συγχωνεύτηκαν και οι άνθρωποι που έφυγαν από το κέντρο δημιούργησαν μια νέα κοινωνική μορφή που έχει ως βάση το αυτοκίνητο. Όταν έφτασα στο νησί, πριν 10 χρόνια, σχεδόν δεν υπήρχε κίνηση στην παραλιακή το χειμώνα. Σήμερα, η κίνηση είναι συνεχόμενη όλο το έτος και το να βρεις πάρκινγκ στους ειδικά -αν και σουρεαλιστικά- διαμορφωμένους χώρους είναι απλώς θέμα τύχης. Η κρίση και η συνακόλουθη απουσία πόρων δεν βοήθησε να διορθωθεί η κατάσταση στις υποδομές παρόλο που διατίθενται άφθονα κονδύλια για κατασκευή νέων δρόμων στο νησί. Από την άλλη πλευρά, η ομορφιά της Μυτιλήνης διαςώθηκε στο παρελθόν σε περιόδους οικονομικών κρίσεων. Αν το νησί δεν ήταν τόσο φτωχό για μισό αιώνα έπειτα από την καταστροφή του ‘22, δεν θα είχαν κτιστεί τόσα πολλά αρχοντικά για τα οποία είναι τόσο περήφανοι οι κάτοικοι του νησιού. Οι κρίσεις συχνά φέρνουν μαζί τους ευκαιρίες, ή μάλλον κίνητρα, για να ανατραπούν παλιές συνήθειες και να έρθει μια νέα, φρέσκια ματιά στα πράγματα. Ελπίζω αυτή να είναι η περίπτωση, σήμερα, στη Λέσβο, και με πολλή χαρά θα συμμετείχα σε οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια.

«Πρέπει να τραβήξουμε το ενδιαφέρον των τουριστών στις παλιές γειτονιές  και επίσης, να πάψουμε να χτίζουμε στα δάση και στους ελαιώνες.  Θα πρέπει να ξαναδούμε το θέμα των φωτισμών των μεγάλων δρόμων, όπως της εθνικής οδού στον κόλπο Γέρας…»

Έχεις να προτείνεις κάποια συγκεκριμένη ιδέα για μια αναβάθμιση του νησιού;

Μου φαίνεται ότι το νησί παρουσιάζει κάποια ξεκάθαρα πλεονεκτήματα πάνω στα οποία θα έπρεπε να γίνει δουλειά και τα οποία να εκμεταλλευτεί κανείς αντί να στοχεύει σε έναν γενικό αναπτυξιακό σχεδιασμό. Η όμορφη εξοχή θα πρέπει να προστατευθεί, τα σχεδόν άθικτα παραδοσιακά χωριά θα πρέπει να επιδιορθωθούν και ανακαινισθούν, οι παραλίες να καθαριστούν και το κέντρο της πόλης να αναβαθμιστεί. Και όλα αυτά να επικοινωνηθούν σωστά, μέσα από κατάλληλες προωθητικές καμπάνιες σε μια ποιοτική τουριστική αγορά. Το νησί έχει τις προϋποθέσεις για μια νέα πολιτιστική άνοιξη, για να μην αναφέρουμε την ιδιαίτερη γαστρονομική του φήμη. Εν πάση περιπτώσει, οι υπεύθυνοι για την οικονομική ανάπτυξη του νησιού θα πρέπει να ενημερωθούν γύρω από φρέσκιες σχεδιαστικές μεθόδους και να πάψουν να ακολουθούν και να εφαρμόζουν ξεπερασμένα πρότυπα όπως έχουν κάνει έως τώρα. Η Λέσβος είναι ένας πολύ ιδιαίτερος τόπος, που απαιτεί ευαισθησία και ευφυία στη μεταχείρισή του.

Ποιος είναι ο ιθύνων νους πίσω από τα πανέμορφα αρχοντικά της οικογένειας Σιφναίου;

Σχεδιαστής τουλάχιστον σ’ εκείνα που βρίσκονται κοντά στη θάλασσα στη Σουράδα ήταν η προγιαγιά μου, η Κατίνγκω! Πρόκειται για δύο σχετικά απλά κτίρια -αν αναλογιστείς το “τουρκομπαρόκ” που διαμόρφωσε το στυλ της εποχής των αρχών του 20ού αιώνα- χαρακτηριστικά της απλότητας που διέκρινε και τους ίδιους τους ανθρώπους που τα κατοικούσαν. Η γιαγιά, παρόλο που δεν υπήρχε “νόμιμα” χώρος στο χωράφι για να χτιστεί το σπίτι, είχε την πολύ προχωρημένη ιδέα να στηρίξει τα θεμέλια του σπιτιού, από τη μια πλευρά, στη θάλασσα, επειδή δεν υπήρχε αρκετός χώρος στο οικόπεδο. Κι αυτό ίσως δίνει και μια άλλη εξήγηση για την έλλειψη διακοσμήσεων στο εξωτερικό του σπιτιού: Το μπάτζετ δαπανήθηκε σχεδόν εξολοκλήρου στο καινοτόμο σχέδιο της γιαγιάς!

Ποια είναι η αγαπημένη σου γωνιά στο σπίτι;

Το μπαλκόνι που βλέπει στη θάλασσα: Τα καλοκαιρινά μεσημέρια είναι υπέροχο να τρως εκεί ή να πίνεις ποτά το βράδυ με τους φίλους. Το σπίτι δεν επισκευάστηκε παρά μόλις πρόσφατα, όταν μπήκαν καινούρια παράθυρα. Ήταν άγριο να ζεις εδώ, επικρατούσαν δύσκολες καιρικές συνθήκες, καθόσουν στο σαλόνι κι ο αέρας που έμπαινε από τα κουφώματα σού ανακάτωνε τα μαλλιά! Το σπίτι συνεχώς το παιδεύω, αλλάζω τη διαρρύθμιση τουλάχιστον σε μικρή κλίμακα, σπάζοντας το πατροπαράδοτο στάτους κβο. Τελικά, είναι περίπλοκο πράγμα να κατοικείς σ’ ένα τόσο παλιό σπίτι, αυτό που σχηματίζεται με τον καιρό είναι ένα παλίμψηστο από ίχνη όλων των ανθρώπων που το έζησαν. Πας να μετακινήσεις έναν καναπέ που κάθεται εκεί δεκαετίες ολόκληρες ή να κόψεις μια ξεραμένη αχλαδιά στον κήπο και νιώθεις ότι διαπράττεις έγκλημα, μέχρι που μια μέρα αποφασίζεις ότι είναι απολύτως λογικό και φέρνεις δειλά δειλά τα επάνω κάτω.

Στον κήπο, ωστόσο, φαίνεται ότι έχεις επέμβει δραστικά;

Θα έλεγα ότι δεν είμαι πολύ πετυχημένος, είμαι όμως επίμονος κηπουρός. Σήμερα μεγαλώνουν επιτέλους 30 δέντρα -ελιές, ακακίες, κουτσουπιές, αλμυρίκια, μέχρι και από την Ιταλία έφτασαν κάποια μωβ λουλούδια- καθώς κι ένα πειραματικό παρτέρι από φυτά που μάζεψα απ’ όλο το νησί. Οι φίλοι και οι επισκέπτες παραξενεύονται γιατί κάνω τόση φασαρία για τον κήπο, όμως πιστεύω στα πρότζεκτ, κι ελπίζω ότι αυτό εδώ κάποτε θα βγάλει νόημα (γέλια).

«Περήφανος αισθάνομαι μόνο όταν  κατορθώνω να ακολουθώ την ιδέα μου μέχρι τέλους…»

Ως αρχιτέκτων, ποιο πρότζεκτ δουλεύεις αυτόν τον καιρό;

Περνάω όλη μου τη μέρα στο εργοτάξιο ενός κομμωτηρίου που φτιάχνεται στην πόλη, για το οποίο είμαι πολύ ικανοποιημένος. Ο ιδιοκτήτης μού έδωσε πολλή ελευθερία και εγώ την εκμεταλλεύτηκα όσο μπορούσα κάνοντας κάτι τελείως ξεχωριστό. Επίσης, έχω αναλάβει δύο ανακαινίσεις μέσα στην πόλη και ένα καινούριο σπίτι στην Κράτηγο.

Ποιο θα έλεγες ότι είναι το σχεδιαστικό σου ύφος;

Με ενδιαφέρουν πολύ κάποιες αρχετυπικές φόρμες καθώς και ο τρόπος που μπορούν να συνδυαστούν για να δημιουργήσουν ενοποιημένα σχέδια. Με ενδιαφέρουν η γεωμετρία, η ιστορία, η δομή. Aυτό περίπου σημαίνει ότι σχεδιάζω με τρόπο που θα μπορούσε κανείς να τον αποκαλέσει νεωτερικό/ σύγχρονο/ μινιμαλιστικό. Ωστόσο, θεωρώ αρχετυπική ακόμη και την τοπική αρχιτεκτονική σπιτιών και βιομηχανικών κτιρίων και μ’ αυτόν τον τρόπο κατορθώνω να λύνω το πρόβλημα του περιβάλλοντα χώρου σε ένα μέρος όπως η Μυτιλήνη όπου ο περιβάλλον χώρος, το context, δεν θα έπρεπε να παραβιάζεται από τις προσωπικές προτιμήσεις (τις δικές μου ή του πελάτη μου). Σε καμία περίπτωση όμως αυτό δεν σημαίνει ότι υποστηρίζω έναν υβριδικό ιστορικοποιημένο νεωτερισμό (ή νεωτερικό ιστορικισμό) ο οποίος διακρίνει μεγάλο μέρος απ’ ό,τι έχει κτιστεί εδώ πρόσφατα, και τον οποίο αποκαλώ “Εκλεκτικισμό Moulinex” γιατί δείχνει λες και ρίχτηκαν μέσα στο μπλέντερ στοιχεία μοντέρνα, παραδοσιακά, νεο-κλασικά, τα πάντα. Δυστυχώς, το προεξάρχον αυτό στυλ είναι και το αποτέλεσμα σχεδιαστικών ρυθμίσεων οι οποίες μεταξύ άλλων ενθαρρύνουν τη χρήση κεραμιδιών σε μοντέρνα οικίσματα και άλλες τέτοιες κιτς καταστάσεις.

Πότε νιώθεις περήφανος για τη δουλειά σου;

Περήφανος αισθάνομαι μόνο όταν κατορθώνω να ακολουθώ την ιδέα μου μέχρι τέλους πράγμα πολύ δύσκολο διότι συνήθως εμπλέκονται στην κατασκευή πάρα πολλά πρόσωπα που πρέπει να πείσεις και να κάνεις να σε εμπιστευτούν. Η επιμονή όμως είναι κάτι που θα έλεγα πως με διακρίνει και ελπίζω κάτι που φαίνεται στο αποτέλεσμα.

Who is who…

Ο Μιχάλης πέρασε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του Πανεπιστημίου Κολούμπια στα μέσα της δεκαετίας του ‘70. Πολύ γρήγορα πήρε το πτυχίο του και έκανε μάστερ σε άλλο ένα τοπ Πανεπιστήμιο, το Γέιλ, κι αφού τέλειωσε, ξεκίνησε να εργάζεται σε εταιρείες, υπεύθυνος εργοταξίου, ανακαινίσεων, μελετών, έως ότου άνοιξε δικό του αρχιτεκτονικό γραφείο, πρώτα με συνεργάτες και στη συνέχεια μόνος του. Στη διάρκεια των δεκάξι χρόνων ως ελεύθερου επαγγελματία, ανέλαβε πάνω από 100 πρότζεκτ, έφτιαξε εμπορικές επιχειρήσεις, γραφεία και σπίτια, τόσο στη Νέα Υόρκη όσο και στο εξωτερικό. Οι δουλειές του έχουν παρουσιαστεί σε πολλά αρχιτεκτονικά περιοδικά και ο ίδιος καθιερώθηκε στο χώρο του ως ένας ευέλικτος δημιουργός, ενημερωμένος για τις πλέον φρέσκιες εξελίξεις στην τεχνολογία του ντιζάιν. Θα έλεγε κανείς ότι έπειτα από αυτές τις λαμπρές σπουδές και τα πετυχημένα βήματα καριέρας, θα έπρεπε να αισθάνεται περήφανος, αλλά αυτή η λέξη δεν υπάρχει στο προσωπικό λεξιλόγιο του Μιχάλη Σιφναίου. “Δεν πιστεύω στο στάτους που μπορεί να σου δίνουν οι σπουδές, το όνομα ή το επάγγελμα. Δεν πιστεύω στο στάτους γενικά”, λέει ο ίδιος. “Τα όποια πτυχία και τα εύσημα είναι απλώς κερασάκια σε μια τούρτα, στοιχεία διακοσμητικά. Η αξία σου είναι η δουλειά σου κι αυτή αποδεικνύεται και επαναξιολογείται με κάθε πρότζεκτ που αναλαμβάνεις”. Συνειδητοποιεί την τύχη του να έχει περάσει τα νεανικά του χρόνια σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πόλεις του κόσμου όπου συνέβαιναν ζυμώσεις με παγκόσμιο αντίκτυπο; Μέσα από σκόρπιες και μετριοπαθείς απαντήσεις καταλαβαίνω πως έχει ζήσει τα χρυσά χρόνια του Studio 54, έχει συναντήσει τον Άντι Γουόρχολ και έχει δει ζωντανά τους Blondie και τους Ramones. Αλλά δεν στέκεται σ’ αυτά.


H συνέντευξη δημοσιεύθηκε στο 1ο τεύχος του Vintage Lesvos, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2015



Κυκλοφορεί σε επιλεγμένα σημεία.
Περισσότερες πληροφορίες.