Καφενεία της Μυτιλήνης

Το καφενείο μπορεί να προσδιοριστεί ως τόπος συγκέντρωσης αργόσχολων, απρακτούντων, αέργων ούτως ή άλλως, οι οποίοι συνήθως τον μόνο δεσμό που έχουν μεταξύ τους είναι αυτής της συνύπαρξης και «παρέας» γύρω απ’ ένα τραπεζάκι πίνοντας συνήθως πάλι, τον ονομασθέντα «ερατεινό», τον καφέ.

At a glance | Γράφει ο Παναγιώτης Παρασκευαΐδης | 21/07/2016


Στη Μυτιλήνη το Καφενείο εμφανίστηκε, όταν διαμορφώθηκε μια υποτυπώδης αστική τάξη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου, με την επέκταση του λαδεμπορίου και τις εξαγωγές προς τον Εύξεινο Πόντο, αλλά και τη Δυτική Μεσόγειο. Τότε το κέντρο βάρους της πόλης μετακινήθηκε, απ’ το μέρα τη μέρα παρακμάζον αρχαίο λιμάνι της Επάνω Σκάλας προς το Νότιο Λιμάνι, που περιστοιχιζόταν απ’ τα σπίτια των Ελλήνων και τα εργαστήρια, ελαιοτριβεία, μικρά μηχανουργεία κλπ.

Οι παραγωγοί λαδιού, ελιών, σαπουνιού και των άλλων εξαγομένων προϊόντων του νησιού, με τους κεχαγιάδες τους, τους γραμματικούς, λογιστές και τους διάφορους ναυτιλόμενους, εμπορευόμενους και γενικά εργαζομένους στο Λιμάνι, όπως το είχαν αξιοποιήσει οι Μυτιληνιοί μετά την κατάργηση του Ταρσανά (Ναυπηγείου), που κατείχε τη θέση του σημερινού Δημαρχείου και Δημοτικού Κήπου, ο οποίος Ταρσανάς παρεμπόδιζε άλλες δραστηριότητες, όλοι αυτοί λοιπόν είχαν ανάγκη από έναν ή πολλούς τόπους συνάντησης τους, για να συζητήσουν, διαπραγματευτούν, διευθετήσουν τα διάφορα προβλήματα, που ανέκυπταν στη διεξαγωγή του εμπορίου αυτού.

Ήθελαν ακόμα τους τόπους αυτούς, τα Καφενεία, στεγασμένους βέβαια και εξυπηρετικούς για τις ώρες αναμονής των αφίξεων, φορτώσεων και αναχωρήσεων των καϊκιών, ώσπου τα σωρευμένα στην προκυμαία λαδοβάρελα, κιβώτια σαπουνιού και των άλλων εξαγώγιμων προϊόντων να φύγουν για τα διάφορα άλλα λιμάνια. Να θυμίσουμε ότι στις αρχές του 20ου αιώνα οι εξαγωγές ήταν περισσότερες από τις εισαγωγές στο Λιμάνι της Μυτιλήνης.

Έτσι οργανώθηκαν τα Καφενεία της πόλης στην προκυμαία, που ήταν διαμπερή και μακρόστενα από την Αγορά ως το Λιμάνι, όπου μαούνες, βάρκες, καΐκια, ιστιοφόρα και κωπήλατα κι αργότερα μικρά ατμόπλοια αποτελούσαν έναν πολύβουο, αεικίνητο ξύλινο επιπλέοντα στα νερά κόσμο, ο οποίος κατευθυνόταν και διευθυνόταν, ώσπου να αποπλεύσει από τους εφοδιαστές και χρηματοδότες του, που στις ώρες της σχολής ή αναμονής τους απολάμβαναν τον καφέ τους συζητώντας ή και περί άλλα τυρβάζοντες.

Κοντά τους φίλοι, συγγενείς, διάφοροι «οκνοί», λόγιοι, δάσκαλοι, έλεγαν κι αυτό τον λόγο τους, όλοι τους άνδρες βέβαια, αφού οι γυναίκες ήταν για το σπίτι ή τις αγροτικές δουλειές και δεν είχαν θέση στα άντρα των αντρών, τα Καφενεία. Κι αν κάποτε ήταν απαραίτητο να καλέσουν τον άντρα της οικογένειας έστελναν ένα παιδί να τον ειδοποιήσει. Αυτός βαρύθυμος παράταγε την παρέα του, το χαρτοπαίγνιο, το μπιλιάρδο ή όποια άλλη ευχάριστη και χρονοβόρα απασχόληση επινόησαν να προσφέρουν οι ιδιοκτήτες του Καφενείου στους πελάτες τους. Στο νότιο λιμάνι της Μυτιλήνης, εμπορικό και επιβατικό έγιναν τα μεγάλα Καφενεία μέσα στις πρώτες 10ετίες του 20ου αιώνα. Του Γιαμογιάννη («Ελληνικό»), του Μάτα-Ζαχαρίου («Αρχοντικόν» και σήμερα «Πανελλήνιο»), του Γιουμπέκα («Κρυστάλ», σήμερα κλειστό) και του Πετρέλλη, (σήμερα Τράπεζα Πειραιώς).

Υπήρχαν και άλλα μικρότερα Καφενείο- Ζαχαροπλαστείο («Διεθνές», Βακάλη- Φωτίου, «Βυζάντιο» κα.). Αυτή η διάταξη των κτιρίων της προκυμαίας διατηρήθηκε ως τα τέλη του 20ου αιώνα, οπότε η τραπεζοκρατία και η διακίνηση δανειακού και δανεικού χρήματος της πλασματικής ευημερίας εξετόπισε απ’ την Προκυμαία τα μεγάλα καφενεία – πλην του «Πανελληνίου»- και έφερε πλείστα όσα άγνωστα, ξενόγλωσσα συχνά τραπεζικά ονόματα, που πρόσφεραν μέχρι τα χθες άφθονο χρήμα.

Μαζί με τα μεγάλα αυτά Καφενεία του Λιμανιού στήθηκαν βέβαια και στην περίμετρό του στις γειτονιές και στις μικρότερες αγορές (Κουμιδιάς, Λαδάδικων κλπ) μικρότερα και λαϊκότερα, αποδεικνύοντας ότι τα Κέντρα αυτά σύναξης, συνάντησης, συζήτησης και πολλών άλλων «συν» ανδρών και γυναικών πλέον αποτελούν βασικά στοιχεία της κοινωνικής και πνευματικής ζωής της Μυτιλήνης και των χωριών της Λέσβου.
Καφενεία



Κυκλοφορεί σε επιλεγμένα σημεία.
Περισσότερες πληροφορίες.