Ένα κατοικήσιμο μουσείο

Αρχοντικό Βαμβούρη - Τσακίρη Μυτιλήνης. Μια ιστορία δύο αιώνων, μέσα σε τέσσερις ορόφους.

Absolute Vintage | Γράφει η Βαγγελιώ Χρηστίδου | 15/07/2016


Στην άκρη του Μακρύ Γιαλού, στο νότιο τμήμα της Μυτιλήνης και λίγο πριν ξεκινήσει η σειρά με τα περισσότερα από τα πιο γνωστά Αρχοντικά της πόλης, δεσπόζει το Αρχοντικό της Οικογένειας Τσακίρη, με χρώμα που το ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα. Στους τέσσερις ορόφους του, κρύβεται και αναδεικνύεται παράλληλα, η ιστορία τεσσάρων γενεών, ξεκινώντας από το 1896, οπότε και άρχισε να κτίζεται από τον πρώτο ιδιοκτήτη κι εμπνευστή του, Παναγιώτη Βαμβούρη, μέχρι και σήμερα, που αναδιαμορφώνεται για άλλη μια φορά, με στόχο να φιλοξενεί ακόμη περισσότερους φίλους και συγγενείς της οικογένειας Τσακίρη, στου γιου της οποίας την κατοχή, βρίσκεται σήμερα… Το «Vintage Lesvos» σας παίρνει μια βόλτα στα δωμάτιά του, με τις εντυπωσιακές οροφογραφίες, τις ταπετσαρίες και τις συλλογές, για να σας ταξιδέψει σε χρόνια παρελθοντικά, όταν ο πλούτος επικρατούσε. Πλούτο τον οποίο, οι γυναίκες που περάσανε από το Αρχοντικό φρόντισαν να επενδύσουν μαζί με το προσωπικό γούστο και τη δουλειά τους, προκειμένου να σώζεται το κτίριο στη σημερινή του μορφή.

Μια φορά να μπει κανείς στο συγκεκριμένο Αρχοντικό και λίγο να έχει… αέρα και γούστο Αναγεννησιακό κι έπειτα, αρκεί για να του μείνει για πάντα εντυπωμένο στο μυαλό, σαν ένας χώρος αξέχαστος και σίγουρα … ατελείωτος.

Αυτό που έχει μείνει σε’ μένα, εκτός από την πρώτη εντύπωση της εισόδου με το μεγάλο χολ και την επιβλητική σκάλα, είναι τα δύο πιάνα που στεγάζει στο ισόγειο, ένα σε κάθε μπροστινό δωμάτιο. Είναι κι αυτά μάρτυρες της μακρόχρονης ιστορίας του αφού το ένα, αυτό που ανήκε εξαρχής στους τότε ιδιοκτήτες του σπιτιού είναι από τα γνωστά Steinway, μαύρο στο χρώμα και χρονολογούμενο γύρω στα 1930 και το δεύτερο, ένα γερμανικό C. Swentchen, ταξιδεύει ακόμη πιο πίσω στο χρόνο έχοντας άγνωστη ηλικία, αλλά δείχνοντας καλά την αξία και την ομορφιά του, όντας περίτεχνα σκαλιστό. Και τα δύο πιάνα, συντηρούνται τακτικά από επαγγελματία χορδιστή της Αθήνας.

Η ιστορία του Αρχοντικού

DSC_0113ok---web

Το σημερινό Αρχοντικό Τσακίρη, χτίστηκε από τους προ – προπάππους του τωρινού ιδιοκτήτη, του 14χρονου Χριστάκη Τσακίρη. Ο πρώτος ιδιοκτήτης κι αυτός που εμπνεύστηκε τη μορφή και την κατασκευή του Αρχοντικού, στα τέλη του 19ου αιώνα, ήταν ο έμπορος σιτηρών Παναγιώτης Βαμβούρης. Διέμενε χρόνια στη Μπραϊλα της Ρουμανίας, είχε ωστόσο καταγωγή από τα Πάμφιλα της Λέσβου και άρχισε να χτίζει το Αρχοντικό με την επιστροφή του το 1896, σε σχέδια του γνωστού αρχιτέκτονα Αργύρη Αδαλή. Το εντυπωσιακό κτίριο που προέκυψε κατοικήθηκε τέσσερα χρόνια μετά, όταν ο Παναγιώτης Βαμβούρης είχε ήδη παντρευτεί τη σύζυγό του, Σοφία Κούμπα. Από τα βασικά που χαρακτηρίζουν τους χώρους του – και κάτι που το χαρακτηρίζει απ’ την αρχή της κατασκευής του, είναι οι ταπετσαρίες από Μασσαλία που κοσμούν τους τοίχους.

Κάθε δωμάτιο έχει τη δική του ταπετσαρία, ενώ όλα τα ταβάνια είναι ζωγραφισμένα με εντυπωσιακές οροφογραφίες εποχής. Όσο φτάνει το μάτι, λοιπόν, το Αρχοντικό Τσακίρη είναι περίτεχνα φτιαγμένο. Το ύψος της οροφής σε κάθε όροφο φτάνει τα πέντε μέτρα από το πάτωμα και τα ταβάνια είναι όλα φτιαγμένα από Σμυρναίους τεχνίτες που, όσο κατασκεύαζαν το οίκημα, δούλευαν ανάσκελα, σε ειδικές σκαλωσιές, για δύο ώρες κάθε μέρα. Έχοντας γίνει με τα καλύτερα υλικά, το έργο τους έφτασε να προσελκύσει ακόμη και το γνωστό ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, που επισκεπτόταν το χώρο μαζί με τους μαθητές τους, προκειμένου οι τελευταίοι να τον δουν ως δείγμα καλής τέχνης.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια, το Αρχοντικό Τσακίρη κατοικείται από την οικογένεια της Λιάνας Γιαλούση και του Γιάννη Τσακίρη, ο οποίος μεγάλωσε μέσα σε αυτό.

Η διαρρύθμιση, η διακόσμηση, οι συλλογές.

DSC_0038ok (Medium)

Το Αρχοντικό Τσακίρη, αποτελείται συνολικά από τέσσερις ορόφους, μαζί με το υπόγειο, που περιλαμβάνει κελάρι κρασιών μέσα στους τοίχους του και χρησιμοποιείται ακόμη.

Μπαίνοντας κανείς μέσα από την κύρια είσοδο, βρίσκει δεξιά τη μεγάλη σάλα της τραπεζαρίας, όπου βρίσκονται φυλαγμένες οι βιτρίνες με τις συλλογές από ασημικά.

Όλοι οι πολυέλαιοι είναι φτιαγμένοι από γυαλιά και κρύσταλλα murano. Μέσα στα ντουλάπια της περίφημης «ντισπέντζας» του σπιτιού, βρίσκονται τα περίφημα σερβίτσια που κρατούν ακόμη από τα χρόνια των πρώτων ιδιοκτητών, σε σετ για 30 άτομα, τα οποία και περιλαμβάνουν πιάτα «Limognes», κρυστάλλινα ποτήρια, ασημένια μαχαιροπήρουνα και πιατέλες της εταιρίας «Crystofle», όλα με χαραγμένα επάνω τους τα αρχικά «Π.Β.», του πρώτου ιδιοκτήτη. Αντίστοιχα, τα τραπεζομάντηλα και οι πετσέτες φαγητού, επίσης στον ίδιο αριθμό, είναι όλα κεντημένα με τα αρχικά της πρώτης οικοδέσποινας, Σοφίας Κούμπα – Βαμβούρη (στο σπίτι βρίσκεται ακόμη φυλαγμένη βεντάλια ζωγραφισμένη στο χέρι, που η ίδια κρατούσε στο γάμο της, καθώς και εντυπωσιακοί τσερβέδες και κεντήματα εποχής).

Γραμμόφωνα και πιο σύγχρονα… ραδιόφωνα, παλιές ραπτομηχανές και σίδερα χεριού σε συλλογή, κηροπήγια, πίνακες επωνύμων Ελλήνων και ξένων ζωγράφων, τοποθετημένοι σε εντυπωσιακά χρυσά κάδρα, μαντεμένια αγάλματα, αλλά και μαντεμένιες σόμπες και ο πρώτος φούρνος της κουζίνας, φτιαγμένος από το ίδιο υλικό. Μικρές λεπτομέρειες που αποπνέουν αέρα εποχής, η μαρμάρινη βρύση σε ένα από τα χολ του Αρχοντικού, μεγαλύτερες οι βιτρίνες των ασημικών και των υαλικών, πολλά από τα οποία ζωγραφισμένα στο χέρι, οι γεμάτοι πορσελάνινα πιάτα τοίχοι, οι γκραβούρες και οι χάρτες που είναι φυλαγμένοι σε συρτάρια και ντουλάπια του γραφείου ή τοποθετημένοι σε κάδρα, τα κιούπια στα τέσσερα μεγάλα δωμάτια του υπογείου, οι μεγάλες μαρμάρινες γούρνες του πλυσταριού, που ακόμη χρησιμοποιείται. Και φυσικά οι … ατελείωτες βιβλιοθήκες του Αρχοντικού, με συλλογές από παλιές επώνυμες εγκυκλοπαίδειες που χρονολογούνται ακόμη και από το 1895, λογοτεχνικά βιβλία και αρχεία ποίησης, τεύχη του γαλλικού περιοδικού «Illustration» από την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, ακόμη και μερικά από τα πρώτα τεύχη του πασίγνωστου περιοδικού «Time» της Νέας Υόρκης.

Η «παλατένια» σκάλα του σπιτιού, με ξύλινες χειροποίητες κολώνες οδηγεί στις πέντε τεράστιες κρεβατοκάμαρες του πρώτου ορόφου και σε δύο πιο μικρά δωμάτια, που ήταν τα boudoirs της κυρίας του σπιτιού. Όλες οι κρεβατοκάμαρες, η καθεμία στο μέγεθος ενός … μικρού σπιτιού στην ουσία, έχουν έπιπλα με αυθεντικά σκαλιστά σχέδια που μετράνε πάνω από 100 χρόνια ζωής, όπως και το δικό της λαβομάνο η καθεμία, με όλα τα απαραίτητα για την καθημερινή υγιεινή των ιδιοκτητών και φιλοξενούμενων τους (μπολ, καθρέφτη, βούρτσα, κλπ.). Σημειώτεον, τα παραπάνω είναι όλα στο σωστό δωμάτιο το καθένα, σύμφωνα με τις επιταγές της τότε καλής φιλοξενίας και διαμονής, ενώ ακόμη δουλεύουν τα «κουδούνια υπηρεσίας» κάθε δωματίου, που επικοινωνούν με το πίσω μέρος του σπιτιού.

Η σοφίτα είναι διαμορφωμένη σήμερα σε ένα ολόκληρο διαμέρισμα, με πλήρη θέα στην πόλη της Μυτιλήνης και της μαρίνας της, ενώ οι ιδιοκτήτες του Αρχοντικού διαμορφώνουν εδώ και καιρό το μικρότερο σπιτάκι στην πίσω αυλή του σπιτιού, το χώρο δηλαδή όπου έμπαινε η άμαξα και ήταν και το δωμάτιο του φούρνου, σε ξενώνα.

Το μάτι του επισκέπτη τραβούν αδιαμφισβήτητα τα μεταξωτά και μάλλινα χαλιά του Αρχοντικού – ένας … «Γολγοθάς» για τους σημερινούς ιδιοκτήτες η ετήσια τοποθέτηση, απόσυρσή και φροντίδα τους – τα σκαλιστά μπαούλα, οι λάμπες και τα παλιά λυχνάρια.

Α! Και οι κήποι! Ένας μεγάλος μπροστά, εμφανής από κάθε σημείο της παραλιακής, με δύο εντυπωσιακά μαρμάρινα σιντριβάνια που σύντομα θα επανατεθούν σε λειτουργία, αλλά κι ένας έκτασης ενός στρέμματος πίσω, γεμάτος οπωροκηπευτικά όπως λεμονιές, πορτοκαλιές, κλπ. Στους κήπους αυτούς, στις αρχές του 20ου αιώνα, μαζεύονταν σχεδόν διαρκώς κάθε καλοκαίρι συγγενείς, φίλοι και γείτονες της οικογένειας. Κι αυτό, εκτός άλλων γιατί το Αρχοντικό Τσακίρη ήταν, μέσα στη δεκαετία του 1920, από τα πρώτα σπίτια της Μυτιλήνης όπου λειτούργησε ηλεκτρικό ρεύμα (από τα πρώτα όπου δόθηκε παροχή, δηλαδή), αφού ο Δημήτρης Βαμβούρης, γιος του πρώτου ιδιοκτήτη και παππούς του σημερινού οικοδεσπότη, Παναγιώτη Τσακίρη, ήταν ένας από τους ιδρυτές και διευθυντής, του υποκαταστήματος της ΔΕΗ, που τότε πρωτοάνοιξε στη Μυτιλήνη.

«Όλες οι οικογένειες του Μακρύ Γιαλού μαζεύονταν εδώ, λόγω της ζέστης που χάριζαν οι σόμπες το χειμώνα, αλλά και το παραπάνω φως που έδινε το ηλεκτρικό ρεύμα, τα ανοιξιάτικα και καλοκαιρινά βράδια», λέει η σημερινή οικοδέσποινα, Λιάνα Γιαλούση. «Κάθε βράδυ, το Αρχοντικό είχε μια ατμόσφαιρα διαφορετική και φώτιζε όλη τη γειτονιά, μέσα από τα παράθυρα και την αυλή του…».

Πολλοί οι συγγενείς, πολλοί και οι επισκέπτες, λοιπόν. Εκτός άλλων, ο τότε αγαπημένος πολιτικός Ελευθέριος Βενιζέλος, καλλιτέχνες της εποχής και άλλες προσωπικότητες.


Πληροφορίες για το Αρχοντικό Τσακίρη

Ένα από τα σημαντικότερα οικήματα της Μυτιλήνης, χαρακτηρίζεται σήμερα ως «κατοικήσιμο Μουσείο».

Έτος κατασκευής: 1896 – 1900

Διεύθυνση: Ελευθερίου Βενιζέλου 40, Μακρύς Γιαλός.



Κυκλοφορεί σε επιλεγμένα σημεία.
Περισσότερες πληροφορίες.